Βουλγαρική Ροδόπη: Ζώντας (σ)την καρδιά του βουνού

Από Κωνσταντίνος Βιτωράτος,

Ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή

«Παρακαλούνται όλοι οι επιβάτες της πτήσης της Ολυμπιακής για Σόφια να προσέλθουν στην πύλη, η πτήση είναι έτοιμη για αναχώρηση…»

Τα τελευταία βήματα προτού φτάσω στην αερογέφυρα, το μόνο πράγμα που με έκανε να αισθάνομαι ασφάλεια ήταν ο ήχος της χειραποσκευής στο γυαλιστερό δάπεδο – κι αυτό μόνο και μόνο επειδή ξεπερνούσε το χτύπο της καρδιάς μου, ο οποίος ολοένα και μεγάλωνε. Κοιτώντας πυρετωδώς τριγύρω μου, προσπαθούσα να πιάσω τον παλμό των μελλοντικών συνεπιβατών μου, οι οποίοι φαίνονταν χαλαροί, πρόσχαροι και κοινωνικοί, παρά το άχαρο της ώρας.  Δε φοβόμουν ποτέ τα αεροπλάνα, ίσα-ίσα που απολάμβανα όλες τις πτήσεις και είχα ήδη πλούσια εμπειρία από ταξίδια στο εξωτερικό. Αυτό που φοβόμουν ήταν τι μου επιφύλασσε το μέλλον από τη στιγμή εκείνη που θα πάταγα το πόδι μου στο νέο, άγνωστο σπίτι μου. Ήμουν είκοσι χρονών, με ένα ζεστό ακόμα πτυχίο ελληνικού πανεπιστημίου στο χέρι, πολλές φιλοδοξίες, όνειρα για το μέλλον και ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή για Βουλγαρία.

Οι αντιδράσεις από την οικογένεια πολλές:

«Γιατί πηγαίνεις εκεί κι όχι στη δυτική Ευρώπη;»

«Πώς αυτό θα σε ωφελήσει ακριβώς στην καριέρα σου;»

«Πώς θα επικοινωνούμε μαζί σου;»

«Πότε θα σε ξαναδούμε;»

«Σκέφτεσαι να εγκατασταθείς μόνιμα εκεί;»

και το καλύτερο…

«Έχεις τρελαθεί τελείως;»

Τις απαντήσεις δε τις ήξερα ούτε εγώ ο ίδιος. Το μόνο που ήξερα είναι ότι ήθελα να τολμήσω, να δω κάτι καινούργιο, να αφήσω την πόλη και να ζήσω στην επαρχία, να γίνω κομμάτι μιας νέας κουλτούρας. Η απόφαση ήταν αυθόρμητη και η μελλοντική δουλειά φαινόταν ενδιαφέρουσα. Κατά τ’ άλλα ήλπιζα ότι οι σωστές απαντήσεις θα έρχονταν από μόνες τους.

 

Νέο σπίτι – Νέες προκλήσεις

βουλγαρική ροδόπη βουλγαρική ροδόπη βουλγαρική ροδόπη

Σμόλυαν – Η εκκλησία του Αγ. Βησσαρίωνα, χτισμένη μόλις το 2006

 

Έξι ώρες μετά την προσγείωση στο αεροδρόμιο της Σόφιας, το υπεραστικό λεωφορείο με άφησε στην Avtogara – κατά κόσμον, το σταθμό λεωφορείων της ορεινής πόλης του Σμόλυαν. Αν και το ταξίδι ήταν μεγάλο, στην ουσία είχα βρεθεί πάλι μια ανάσα από τα ελληνικά σύνορα, καθότι το Σμόλυαν είναι η πρώτη κωμόπολη που συναντά κανείς στη βουλγαρική Ροδόπη περνώντας τη συνοριακή διάβαση Ξάνθης-Ζλάτογκραντ (115 χμ ή 2,5 ώρες οδικώς).

Η πρώτη αίσθηση που έλαβα με το που πάτησα το πόδι μου εκεί ήταν ότι δεν υπήρχε τίποτα σε αυτό το απομονωμένο μέρος, το σφηνωμένο περίτεχνα ανάμεσα στα ροδοπικά όρη, που να θύμιζε έστω και ελάχιστα την Αθήνα. Υπήρχε μια ελαφριά ομίχλη στην ατμόσφαιρα, η οποία απλωνόταν μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι. Το κρύο ήταν πρωτόγνωρο για έναν νότιο, όπως εγώ και διαπερνούσε τον κάθε πόρο του δέρματός μου με έναν τρόπο που μου προκαλούσε ταυτόχρονα κάθαρση και πόνο. Οι δρόμοι όλοι ανηφορικοί και τα πολλά ρούχα κατέληγαν μαρτύριο, καθώς ο ιδρώτας και η βαριά ανάσα μου έκαναν την ανάβαση έργο δύσκολο με τις αποσκευές. Χωρίς ούτε λέβα στην τσέπη μου για ταξί, σκαρφάλωνα τα μονοπάτια ανάμεσα σε σπίτια με καμινάδες που κάπνιζαν, καταβροχθίζοντας τις πυραμίδες κούτσουρων που έβλεπα δεξιά αριστερά. Ένα χαρτάκι με μία διεύθυνση και μία γενική κατεύθυνση από έναν περαστικό που με δυσκολία μιλούσε βασικά αγγλικά ήταν όλα μου τα εφόδια.

Ο πρώτος μήνας στο Σμόλυαν ήταν δύσκολος, αλλά συναρπαστικός. Πολύ γρήγορα εξοικειώθηκα με το κυριλλικό αλφάβητο και άρχισα να μαθαίνω τις πρώτες μου λέξεις στα βουλγαρικά, καθότι γρήγορα συνειδητοποίησα ότι τα αγγλικά  στην καθημερινή ζωή ήταν σχεδόν άχρηστα. Άρχισα να μαθαίνω ποια φαγητά να προτιμώ και ποια να αποφεύγω από τα μενού στα εστιατόρια, ποια μονοπάτια απαιτούσαν το λιγότερο κόπο για να με βγάλουν στον προορισμό μου, καθώς και ποιο ήταν το όριο κιλών που μπορούσα να κουβαλήσω στην ανηφόρα μέχρι το σπίτι μου από το σουπερμάρκετ. Ξεκίνησα να δουλεύω και γνώρισα ανθρώπους που ενδιαφέρθηκαν να με γνωρίσουν καλύτερα, αν και εμφανώς μεγαλύτεροι από εμένα ηλικιακά. Έφτιαξα για πρώτη φορά το δικό μου σπιτικό φαγητό και πέρασα για πρώτη φορά ένα ολόκληρο σαββατοκύριακο ολομόναχος, χωρίς να μιλήσω σε άνθρωπο. Κατάλαβα τη δύναμη τόσο της μοναξιάς, όσο και της αποδοχής από τους γύρω σου σε ένα περιβάλλον όπου η τελευταία δε θεωρείται δεδομένη. Ένα περίπου μήνα μετά, αισθανόμουν πλέον πλήρως εναρμονισμένος με το περιβάλλον μου, τις ομορφιές και τις δυσκολίες του. Και, ίσως για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, κατάλαβα τι ακριβώς σημαίνει να εκτιμάς το παραμικρό και να νιώθεις ευτυχισμένος από τις μικρές κατακτήσεις της καθημερινότητάς σου.

 

Σμόλυαν: Εκεί που χτυπά η καρδιά του βουνού

Το Σμόλυαν το θεωρώ μέχρι και σήμερα το δεύτερο σπίτι μου. Θυμάμαι με νοσταλγία τα πάμφθηνα, γευστικά γεύματα στα διαλείμματα με τους συναδέλφους στο Klub Kultura στη λεωφόρο Βουλγαρίας, με παραδοσιακά ροδοπικά πιάτα, όπως το klin και το patatnik, που κρύβουν πάντα κάτι από γιαγιά και ξυλόφουρνο στη γεύση και το άρωμά τους. Θυμάμαι επίσης τις βραδινές μας εξορμήσεις στα μπαρ μεγάλων ξενοδοχείων της περιοχής, όπως το Luxor Complex και το Kiparis Alpha, τα οποία αποτελούν στέκια για τους νέους της πόλης στις γιορτές, καθότι διαθέτουν μερικούς από τους πιο αξιόλογους barmen.

Σήμα κατατεθέν της πόλης ο νεόδμητος ναός του Αγίου Βησσαρίωνα, ο οποίος αποτελεί κλασικό σημείο συνάντησης χάρη στο μέγεθός του, που τον κάνει να ξεχωρίζει από πολλά διαφορετικά σημεία της πόλης. Σχεδόν απέναντι περιμένει τους λάτρεις της επιστήμης το αστεροσκοπείο του Σμόλυαν, το οποίο είναι ένα από τα παλιότερα και καλύτερα εξοπλισμένα στα Βαλκάνια και προσφέρει εκπαιδευτικές επισκέψεις στα βουλγαρικά, τα αγγλικά και τα γερμανικά, κατόπιν συνεννόησης. Λίγο παραπέρα οι καλά μυημένοι μπορούν ίσως να αναγνωρίσουν  τι συμβολίζει το άγαλμα ενός άντρα και μίας γυναίκας, οι οποίοι περπατούν χέρι-χέρι με ζωγραφισμένη μια έκφραση τρόμου στο πρόσωπό τους: Σύμφωνα με το τοπικό φολκλόρ, στο σημείο αυτό της Ροδόπης ο Ορφέας βρήκε μια είσοδο στον κάτω κόσμο, η οποία σήμερα έχει το τοπικό όνομα Διαβολότρυπα, από όπου και κατέβηκε στον Κάτω Κόσμο αναζητώντας την Ευρυδίκη.

 

Εξορμήσεις στη βουλγαρική Ροδόπη

βουλγαρική ροδόπη βουλγαρική ροδόπη

Χιονοδρομικό κέντρο Pamporovo – Η πίστα Stenata κόβει την ανάσα και συστήνεται μόνο για ιδιαίτερα έμπειρους σκιέρ

 

Ελάχιστα χιλιόμετρα μακριά από το κέντρο του Σμόλυαν, στην καρδιά των αρχαίων ροδοπικών ορών, βρίσκεται το καμάρι της περιοχής και πόλος έλξης εκατοντάδων ντόπιων και ξένων τουριστών. Το Παμπόροβο είναι ένα από τα μεγαλύτερα χιονοδρομικά κέντρα της χώρας, αν και το Μπάνσκο έχει καταφέρει λόγω της εγγύτητάς του στη Θεσσαλονίκη και τη Σόφια να προσελκύσει μεγαλύτερο αριθμό επισκεπτών. Το Παμπόροβο είναι στην πραγματικότητα ένα πιο αυθεντικό θέρετρο για τους πραγματικούς λάτρεις του σκι και των χειμερινών σπορ, παρά για όσους θέλουν απλά να αγγίξουν λίγο χιόνι και να πιουν ζεστή σοκολάτα στα σαλέ (αν και, προφανώς, διατίθεται και αυτή η επιλογή για τους λιγότερο μυημένους). Το χιονοδρομικό κέντρο εξυπηρετείται κάθε μισή ώρα από το σταθμό του Σμόλυαν με λεωφορείο και διαθέτει πληθώρα ξενοδοχείων και εστιατορίων για όσους βαριούνται να μετακινούνται και θέλουν να βρίσκονται στην καρδιά της φύσης . Από τα πλέον αγαπημένα των επισκεπτών το μόνο ξενοδοχείο πέντε αστέρων της περιοχής, το Orlovetz, με εντυπωσιακά δωμάτια, μπαρ, καφετέρια και σύγχρονες εγκαταστάσεις spa.

βουλγαρική ροδόπη βουλγαρική ροδόπη

Φιλιππούπολη – Το αρχαίο ρωμαϊκό θέατρο

 

Για τους λάτρεις της εξερεύνησης και της περιπλάνησης, το Σμόλυαν και το Παμπόροβο αποτελούν εξαιρετικές βάσεις για εκδρομές στη Νότια Βουλγαρία, η οποία κατά τη γνώμη μου είναι από τα πιο όμορφα κομμάτια της χώρας. Η Φιλιππούπολη (Πλόβντιβ, στη βουλγαρική γλώσσα) είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Βουλγαρίας, πλούσια σε ιστορικά και αρχαιολογικά μνημεία και απέχει μόλις 2 ώρες οδικώς από το Σμόλυαν και 1,5 ώρα από το χιονοδρομικό κέντρο. Η Φιλιππούπολη είναι μία από τις αρχαιότερες κατοικημένες πόλεις σε παγκόσμιο επίπεδο, με ζωντανή ιστορία που ξεκινά ήδη από το 4000 π.Χ. Ως αποτέλεσμα, επιβάλλεται στον κάθε επισκέπτη μία βόλτα μακράς διαρκείας στο νοσταλγικό παλιό κέντρο της πόλης, με τα καλοδιατηρημένα αρχοντικά και το πανέμορφο ρωμαϊκό θέατρο να δεσπόζει σε περίοπτη θέση. Μια επίσκεψη στο λαογραφικό μουσείο θα πείσει και τον πιο διστακτικό για τον πολιτισμικό πλούτο αυτού του τόπου, που παραμένει ζωντανός από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα. Για όσους διαθέτουν αυτοκίνητο και λαχτάρα για εξερεύνηση, το φρούριο Ασέν και το μοναστήρι Arapovski κοντά στην πόλη Ασένοβγραντ βρίσκονται επίσης μόλις 1,5 ώρα μακριά, ξεδιπλώνοντας ακόμη περισσότερες σελίδες της πλούσιας ιστορίας του τόπου.

 

Διδάγματα από την καρδιά του βουνού

βουλγαρική ροδόπη βουλγαρική ροδόπη

Το άγαλμα του Ορφέα και της Ευριδίκης στο κέντρο του Σμόλυαν

 

Μερικές μέρες συνειδητοποιώ ότι έχουν περάσει περισσότερα από 3 χρόνια από τότε που εγκατέλειψα το Σμόλυαν, για να συνεχίσω τις σπουδές και την καριέρα μου. Κάθε φορά η συνειδητοποίηση αυτή με σοκάρει εξίσου. Δεν είναι μόνο ότι στα μέρη εκείνα ανακάλυψα τον εαυτό μου για πρώτη φορά και έμαθα πώς είναι να ζει κανείς χωρίς τη φροντίδα των γονιών του. Αυτό που ξέθαψα είναι κάτι πολύ πιο βαθύ, πολύ πιο πρωτόγονο, κάτι βαθιά κρυμμένο μέσα στην ίδια την ανθρώπινή μου υπόσταση. Κάπου ανάμεσα στα ροδοπικά βουνά ανακάλυψα τη ειλικρινή ανάγκη της συνύπαρξης του ανθρώπου με τη φύση, καθώς και την πολυπλοκότητα που μπορεί να αποκτήσουν έννοιες όπως σπίτι, πατρίδα, φίλοι, οικογένεια. Η αποδοχή ενός ξένου σε έναν τόσο μικρό τόπο είναι δύσκολο πράγμα και μπορώ να πω πλέον με αυτοπεποίθηση ότι την εξασφάλισα. Ένα κομμάτι της καρδιάς μου έμεινε θαμμένο κάπου στο χιόνι και κάθε άνοιξη θεριεύει μαζί με τη φύση και γίνεται ένα με αυτό το τόσο κοντινό, αλλά και τόσο μακρινό κομμάτι γης, που πλέον φαντάζει σαν ένα παράξενο όνειρο που είδα κάποτε.

Σύμφωνα με το μύθο, ο Ορφέας έκανε το λάθος να γυρίσει και να κοιτάξει την Ευρυδίκη, χάνοντάς την μια για πάντα. Την ημέρα που εγκατέλειψα τη βουλγαρική Ροδόπη, ορκίστηκα στον εαυτό μου ότι δε θα ξαναγυρίσω σε αυτά τα μέρη, σαν από φόβο ότι όσα έζησα τότε θα σβήσουν από τη μνήμη μου και θα χαθούν, ταξιδεύοντας με τη βραδινή ομίχλη και την πρωινή πάχνη στα βάθη της Διαβολότρυπας…

Διάβασε ακόμα: